σφαίρα

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική σφαίρα σφαίρες
Γενική σφαίρας σφαιρών
Αιτιατική σφαίρα σφαίρες
Κλητική σφαίρα σφαίρες

Ετυμολογία

σφαίρα < αρχαία ελληνική σφαῖρα

Προφορά

ΔΦΑ : /'sfɛ.ɾa/

Ουσιαστικό

σφαίρα θηλυκό

  1. (στερεομετρία) το γεωμετρικό στερεό όλα τα σημεία της επιφάνειας του οποίου ισαπέχουν από το κέντρο του.
  2. καθετί με σφαιρικό σχήμα, μπάλα
    η Γη είναι μια σφαίρα
  3. ένας νοητός χώρος με μία χαρακτηριστική ιδιότητα
    η σφαίρα του φανταστικού, η σφαίρα του εφικτού, η σφαίρα των ιδεών
  4. (πυρομαχικά) βολίδα φορητού πυροβόλου όπλου, μπόλι, φυσέκι, φυσίγγιο
  5. (αθλητισμός) το αγώνισμα του στίβου κατά το οποίο ο αθλητής εκτινάσσει με το χέρι του μία σιδερένια σφαίρα· η σφαιροβολία

Συγγενικές λέξεις

Σύνθετα


Δείτε επίσης


Μεταφράσεις

Άλλες γλώσσες