σφαίρα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σφαίρα | σφαίρες |
| γενική | σφαίρας | σφαιρών |
| αιτιατική | σφαίρα | σφαίρες |
| κλητική | σφαίρα | σφαίρες |
Ετυμολογία [
]
- σφαίρα < αρχαία ελληνική σφαῖρα
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
σφαίρα θηλυκό
- (στερεομετρία) το γεωμετρικό στερεό όλα τα σημεία της επιφάνειας του οποίου ισαπέχουν από το κέντρο του.
- καθετί με σφαιρικό σχήμα, μπάλα
- η Γη είναι μια σφαίρα
- ένας νοητός χώρος με μία χαρακτηριστική ιδιότητα
- η σφαίρα του φανταστικού, η σφαίρα του εφικτού, η σφαίρα των ιδεών
- (πυρομαχικά) βολίδα φορητού πυροβόλου όπλου, μπόλι, φυσέκι, φυσίγγιο
- (αθλητισμός) το αγώνισμα του στίβου κατά το οποίο ο αθλητής εκτινάσσει με το χέρι του μία σιδερένια σφαίρα· η σφαιροβολία