σφουγγαρίστρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σφουγγαρίστρα σφουγγαρίστρες
γενική σφουγγαρίστρας σφουγγαριστρών
αιτιατική σφουγγαρίστρα σφουγγαρίστρες
κλητική σφουγγαρίστρα σφουγγαρίστρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σφουγγαρίστρα < σφουγγαρίζω + κατάληξη θηλυκού -τρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σφουγγαρίστρα θηλυκό

  1. εργαλείο με το οποίο σφουγγαρίζουμε
  2. (παρωχημένο) γυναίκα που σφουγγαρίζει

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]