σφραγίζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- σφραγίζω < αρχαία ελληνική σφραγίζω < σφραγίς
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /sfɾa.ˈʝi.zɔ/
[
]
Ρήμα
σφραγίζω
- βάζω, επιθέτω σφραγίδα επάνω σε έγγραφο ή αντικείμενο, βουλώνω
- κλείνω κάτι ερμητικά, συνήθως βάζοντας σφραγίδα
- (οδοντιατρική) κλείνω με ειδικό κράμα την κοιλότητα που έχει δημιουργηθεί σε ένα δόντι λόγω τερηδόνας
- (μεταφορικά) έχω επιρροή ή συμμετέχω καθοριστικά σε κάτι