σφραγίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σφραγίζω < αρχαία ελληνική σφραγίζω < σφραγίς

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sfɾa.ˈʝi.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

σφραγίζω

  1. βάζω, επιθέτω σφραγίδα επάνω σε έγγραφο ή αντικείμενο, βουλώνω
  2. κλείνω κάτι ερμητικά, συνήθως βάζοντας σφραγίδα
  3. (οδοντιατρική) κλείνω με ειδικό κράμα την κοιλότητα που έχει δημιουργηθεί σε ένα δόντι
  4. (μεταφορικά) έχω επιρροή ή συμμετέχω καθοριστικά σε κάτι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]