σχέση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- < από τη ρίζα σχ του ρ. έχω
Ουσιαστικό
σχέση θηλυκό
- ο τρόπος με τον οποίο δύο στοιχεία συνδέονται μεταξύ τους
- Το δοκίμιο εξετάζει τη σχέση μεταξύ της οικονομικής ανάπτυξης και της πολιτισμικής άνθισης.
- Οι στατιστικές αποδεικνύουν τη σχέση τσιγάρου και καρκίνου του πνεύμονα.
- οι δεσμοί μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ανθρώπων ή κοινωνικών ομάδων
- Οι σχέσεις ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας περνούσαν κρίση.
- Οι δύο χώρες διέκοψαν τις διπλωματικές τους σχέσεις.
- ο ερωτικός δεσμός, το ειδύλλιο
- Η Μαρία αποφάσισε να διακόψει τη σχέση της με τον Γιάννη.
- η επαφή, η επικοινωνία
- Παρά την απόσταση, διατηρούμε τις σχέσεις μας.
Συγγενικές λέξεις