σχίζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- σχίζω < αρχαία ελληνική σχίζω
[
]
Ρήμα
σχίζω και σκίζω
- κόβω σε δύο κομμάτια με μια απότομη κίνηση ένα αντικείμενο με μικρό πάχος, (πχ. χαρτί ή ύφασμα)
- κόβω εγκάρσια σε δύο κομμάτια ένα ξύλο χτυπώντας το με τσεκούρι
- προκαλώ τη λύση της συνέχειας μιας επιφάνειας (π.χ υφάσματος ή δέρματος), δημιουργώ ένα άνοιγμα ή τραυματίζω
[
]
Σημειώσεις
- Τα σχίζω και σκίζω δεν ταυτίζονται σε όλες τις σημασίες τους