σχιζοφρένεια
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σχιζοφρένεια | σχιζοφρένειες |
| γενική | σχιζοφρένειας | σχιζοφρενειών |
| αιτιατική | σχιζοφρένεια | σχιζοφρένειες |
| κλητική | σχιζοφρένεια | σχιζοφρένειες |
[
]
Ετυμολογία
- σχιζοφρένεια < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
σχιζοφρένεια θηλυκό
[
]
Μεταφράσεις
σχιζοφρένεια