σχολιάζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- σχολιάζω < μεσαιωνική ελληνική
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /sxɔ.li.ˈa.zɔ/
[
]
Ρήμα
σχολιάζω
- διατυπώνω την άποψή μου για ένα γεγονός, πρόσωπο, κατάσταση κ.λπ. με θετικές ή αρνητικές κρίσεις
- ο καθηγητής σχολιάζει τις εργασίες των μαθητών
- (ειδικότερα) κριτικάρω κάτι αρνητικά
- σε σχολιάζουν στη γειτονιά για το προκλητικό σου ντύσιμο
- (φιλοσοφία) ερμηνεύω με σχόλια το έργο ενός συγγραφέα