σόλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

σόλο < ιταλική solo

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

σόλο ουδέτερο άκλιτο

  1. μουσικό κομμάτι για εκτέλεση από ένα μόνο άτομο
  2. (χαρτοπαίγνια) όρος της πρέφας που σημαίνει διπλό χάσιμο


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

[] Open book 01.svg Επίθετο

σόλο άκλιτο

  1. μόνος

[] Open book 01.svg Επίρρημα

  1. χωρίς συνοδεία
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες