σόλο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- σόλο < ιταλική solo
Ουσιαστικό [
]
σόλο ουδέτερο άκλιτο
- μουσικό κομμάτι για εκτέλεση από ένα μόνο άτομο
- (χαρτοπαίγνια) όρος της πρέφας που σημαίνει διπλό χάσιμο
Μεταφράσεις [
]
Επίθετο [
]
σόλο άκλιτο
Επίρρημα [
]
- χωρίς συνοδεία