σόλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σόλο < ιταλική solo

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σόλο ουδέτερο άκλιτο

  1. μουσικό κομμάτι για εκτέλεση από ένα μόνο άτομο
  2. (χαρτοπαίγνια) όρος της πρέφας που σημαίνει διπλό χάσιμο


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

σόλο άκλιτο

  1. μόνος

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

  1. χωρίς συνοδεία