σόμπα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σόμπα | σόμπες |
| γενική | σόμπας | σομπών |
| αιτιατική | σόμπα | σόμπες |
| κλητική | σόμπα | σόμπες |
Ετυμολογία [
]
Ουσιαστικό [
]
σόμπα θηλυκό
Σύνθετα [
]
Δείτε επίσης [
]
Μεταφράσεις [
]
σόμπα