σύγκλιση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


σύγκλιση η (ουσιαστικό) [ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ :συγκλι (συγκλίνω) -ση]

   η κλίση διάφορων πραγμάτων προς ένα μέρος 

αντίθετα: απόκλιση

   (μτφ.) η συμφωνία
   (βιολ.) το φαινόμενο κατά το οποίο τα όντα ή τα όργανα κάτω από ανάλογες συνθήκες εμφανίζουν μορφές και δομές που μοιάζουν μεταξύ τους, ακόμη και αν αυτά ανήκουν σε ομάδες πολύ απομακρυσμένες από συστηματική άποψη
   (γλωσσολ.) η διαδικασία ομοιομόρφωσης δυο διαλέκτων ή εξομοίωσης των διαλέκτων με την επίσημη γλώσσα
   (μαθημ.) η ιδιότητα μιας μεταβλητής ποσότητας να τείνει προς ένα ορισμένο όριο
   (στρατ.) "σύγκλιση τηλεσκόπιου", η ρύθμιση του τηλεσκόπιου του πυροβόλου του "κατά διεύθυνση" σκοπευτή, με τρόπο ώστε η σκοπευτική του γραμμή να περνά από το ίδιο αντικείμενο από το οποίο περνά και η γραμμή του τηλεσκόπιου του "καθ` ύψος" σκοπευτή για κάποια ορισμένη απόσταση
   (φυσ.) η ιδιότητα οπτικού συστήματος να δίνει δέσμη φωτός που συγκλίνει, δηλαδή δέσμη ακτίνων που συντρέχουν προς κοινό σημεί

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σύγκλιση θηλυκό

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

  • σύγκλιση

32πχ Μεταφράσεις[]