σύγκλιση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
σύγκλιση η (ουσιαστικό) [ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ :συγκλι (συγκλίνω) -ση]
η κλίση διάφορων πραγμάτων προς ένα μέρος
αντίθετα: απόκλιση
(μτφ.) η συμφωνία (βιολ.) το φαινόμενο κατά το οποίο τα όντα ή τα όργανα κάτω από ανάλογες συνθήκες εμφανίζουν μορφές και δομές που μοιάζουν μεταξύ τους, ακόμη και αν αυτά ανήκουν σε ομάδες πολύ απομακρυσμένες από συστηματική άποψη (γλωσσολ.) η διαδικασία ομοιομόρφωσης δυο διαλέκτων ή εξομοίωσης των διαλέκτων με την επίσημη γλώσσα (μαθημ.) η ιδιότητα μιας μεταβλητής ποσότητας να τείνει προς ένα ορισμένο όριο (στρατ.) "σύγκλιση τηλεσκόπιου", η ρύθμιση του τηλεσκόπιου του πυροβόλου του "κατά διεύθυνση" σκοπευτή, με τρόπο ώστε η σκοπευτική του γραμμή να περνά από το ίδιο αντικείμενο από το οποίο περνά και η γραμμή του τηλεσκόπιου του "καθ` ύψος" σκοπευτή για κάποια ορισμένη απόσταση (φυσ.) η ιδιότητα οπτικού συστήματος να δίνει δέσμη φωτός που συγκλίνει, δηλαδή δέσμη ακτίνων που συντρέχουν προς κοινό σημεί
Ουσιαστικό [
]
σύγκλιση θηλυκό
[
]
- σύγκλιση
Μεταφράσεις [
]
σύγκλιση