σύζευξη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- σύζευξη < → Η ετυμολογία λείπει.
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /ˈsi.zεf.ksi/
Ουσιαστικό [
]
σύζευξη θηλυκό
- συνένωση, συναρμογή, στενή σύνδεση
- συνένωση μηχανών ή ηλεκτρικών συσκευών ώστε να λειτουργούν ταυτόχρονα
- (βιολ) η ένωση δύο ανθρώπων και η ανταλλαγή γεννητικών προιόντων
- η ένωση δια του γάμου
Μεταφράσεις [
]
σύζευξη
|