σύκο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σύκο | σύκα |
| γενική | σύκου | σύκων |
| αιτιατική | σύκο | σύκα |
| κλητική | σύκο | σύκα |
[
]
Ετυμολογία
- σύκο < αρχαία ελληνική σῦκον
[
]
Ουσιαστικό
σύκο ουδέτερο