σύλλογος

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική σύλλογος σύλλογοι
Γενική συλλόγου συλλόγων
Αιτιατική σύλλογο συλλόγους
Κλητική σύλλογε σύλλογοι

Ετυμολογία

σύλλογος < αρχαία ελληνική σύλλογος < συλλέγω (: συγκεντρώνω)

Προφορά

ΔΦΑ : /'si.lɔ.ɣɔs/

Ουσιαστικό

σύλλογος αρσενικό

  • το νομικό πρόσωπο που λειτουργεί επιδιώκοντας την επίτευξη κοινών στόχων που καθορίζονται στο καταστατικό του
πολιτιστικός σύλλογος, σύλλογος εργαζομένων
  • σύλλογος καθηγητών/δασκάλων: το σύνολο των διδασκόντων ενός σχολείου, όταν βρίσκονται σε συνεδρίαση
  • (στην Αρχαία Αθήνα) κάθε δημόσια συγκέντρωση εκτός της Εκκλησίας του Δήμου

Συγγενικές λέξεις

Συνώνυμα


Μεταφράσεις