σύμπτωση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- σύμπτωση < αρχαία ελληνική σύμπτωσις < σύν + πίπτω
Ουσιαστικό
σύμπτωση θηλυκό
- η τυχαία, αναπάντεχη ταυτόχρονη εμφάνιση δύο γεγονότων
- τι σύμπτωση να σε βρω εδώ! Και πάνω που σε σκεφτόμουν
- σύμπτωση απόψεων: απόλυτη συμφωνία