σύνδρομο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σύνδρομο | σύνδρομα |
| γενική | συνδρόμου | συνδρόμων |
| αιτιατική | σύνδρομο | σύνδρομα |
| κλητική | σύνδρομο | σύνδρομα |
[
]
Ετυμολογία
- σύνδρομο < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
σύνδρομο ουδέτερο
- → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.
- σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου