σύνδρομο επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας
Από Βικιλεξικό
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Πολυλεκτικός όρος
σύνδρομο επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας ουδέτερο μόνο στον ενικό