σύνθετος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- σύνθετος < αρχαία ελληνική σύνθετος < σύν + τίθημι
Επίθετο
σύνθετος -η -ο
- που αποτελείται από περισσότερα από ένα μέρη
- (κατ' επέκταση) ο πολύπλοκος ή ο δυσεπίλυτος
- η παρούσα κρίση αποτελεί ένα σύνθετο πρόβλημα που απαιτεί λεπτούς χειρισμούς σε πολλά επίπεδα
- η λέξη που αποτελείται από δύο ή περισσότερα συνθετικά