σύνταξη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σύνταξη < αρχαία ελληνική σύνταξις

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈsin.da.ksi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σύνταξη θηλυκό

  1. η εκφορά του γραπτού ή προφορικού λόγου με συγκεκριμένους κανόνες στη χρήση, θέση και σχέση των λέξεων μιας φράσης
    H σωστή σύνταξη διδάσκεται με το μάθημα του συντακτικού
  2. το γράψιμο ενός κειμένου, συνήθως επίσημου
    H σύνταξη του νομοσχεδίου καθυστέρησε με ευθύνη του αρμόδιου υπουργού
  3. στο δημοσιογραφικό κλάδο
    1. τα άτομα που εργάζονται γενικά ως δημοσιογράφοι
    2. οι συντάκτες που έχουν ως αντικειμενο την επιμέλεια κειμένων, γραπτών ή προφορικών
    3. ο χώρος στον οποίο είναι τα γραφεία των δημοσιογράφων
    Δώσε το κείμενο στη σύνταξη να βγάλει τίτλο και να το κάνει ελληνικά, γιατί το ρεπορτάζ είναι μέσα στις ασυνταξίες (δώσε το κείμενο σε επιμελητή συντάκτη)
    Δώσε τη γραμμή (την τηλεφωνική) στη σύνταξη να μιλήσει με τον αναγνώστη ένας ρεπόρτερ γιατί θέλει να κάνει καταγγελία ο άνθρωπος και πρέπει κάποιος να ψάξει το θέμα (δώσε τη γραμμή σε συντάκτη)
    Άσε το φάκελο στη σύνταξη. (το χώρο)
  4. η τοποθέτηση των ανδρών μιας στρατιωτικής μονάδας σε στοίχους και γραμμές κατά την τακτική της συγκέντρωση
  5. η αποχώρηση από την εργασιακή ζωή και η οικονομική επιβίωση με τη μηνιαία είσπραξη ενός ποσού που καταθέτει ο ασφαλιστικός και συνταξιοδοτικός φορέας του πρώην εργαζόμενου
    Ο Κώστας βγήκε στη σύνταξη.
  6. το ποσό που εισπράττει μηνιαία ένας συνταξιούχος από τον ασφαλιστικό ή συνταξιοδοτικό φορέα του ή το κράτος όταν για λόγους ηλικίας, ή ατυχήματος ή άλλους, παύει να εργάζεται και δικαιούται να συνταξιοδοτηθεί
    Πόση σύνταξη παίρνεις;

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]

Μεταφράσεις που πρέπει να καταταγούν ανάλογα με την έννοιά τους: