σώμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σώμα | σώματα |
| Γενική | σώματος | σωμάτων |
| Αιτιατική | σώμα | σώματα |
| Κλητική | σώμα | σώματα |
Ετυμολογία
- σώμα < αρχαία ελληνική σῶμα
Προφορά
Ουσιαστικό
σώμα ουδέτερο
- οργανισμός
- κορμός
- επιδερμίδα
- η υλική υπόσταση σε αντιδιαστολή με το πνεύμα ή την ψυχή
- υλικό αντικείμενο
- οργανωμένο σύνολο ανθρώπων που συνέρχονται με συγκεκριμένο σκοπό
- στρατιωτικού τύπου δομή, δημόσια δύναμη με σκοπό τη φύλαξη
- τα σώματα ασφαλείας, το σώμα της Πυροσβεστικής