σώμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : σῶμα

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σώμα σώματα
γενική σώματος σωμάτων
αιτιατική σώμα σώματα
κλητική σώμα σώματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σώμα < αρχαία ελληνική σῶμα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈsɔ.ma/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σώμα ουδέτερο

  1. οργανισμός
  2. κορμός
  3. επιδερμίδα
  4. η υλική υπόσταση σε αντιδιαστολή με το πνεύμα ή την ψυχή
  5. υλικό αντικείμενο
  6. οργανωμένο σύνολο ανθρώπων που συνέρχονται με συγκεκριμένο σκοπό
  7. ευρύτερος αυτοτελής στρατιωτικός σχηματισμός του στρατού ξηράς, ο οποίος καλύπτει μια γεωγραφική περιοχή. Περιλαμβάνει μικρότερες αυτοτελείς μονάδες και σχηματισμούς, όπους μεραρχίες, ταξιαρχίες, συντάγματα και τάγματα.
    σώμα στρατού
  8. δημόσια δύναμη με σκοπό τη φύλαξη, την πρόληψη και την καταστολή της βίας ή φυσικών καταστροφών.
    τα σώματα ασφαλείας, το σώμα της Πυροσβεστικής

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]