σῶμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : σώμα

[] Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική σῶμα σώματε σώματα
Γενική σώματος σωμάτοιν σωμάτων
Δοτική σώματι σωμάτοιν σώμασι
Αιτιατική σῶμα σώματε σώματα
Κλητική σῶμα σώματε σώματα

σῶμα ουδέτερο

  1. (στον Όμηρο) το νεκρό σώμα
    για το σώμα ενός ζωντανού ο Όμηρος χρησιμοποιεί τις λέξεις δέμας, χρώς, μέλεα, γυῖα
  2. το σώμα ενός ανθρώπου
  3. το σώμα σε αντίθεση με την ψυχή
  4. το σώμα ενός ζώου (όχι φυτού)
  5. οποιοδήποτε υλικό σώμα
  6. για να δηλωθεί ένα σύνολο, ακόμη και αφηρημένο
  7. το γεωμετρικό στερεό, το σώμα τριών διαστάσεων σε αντίθεση προς την επιφάνεια
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες