τάστο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | τάστο | τάστα |
| γενική | τάστου | τάστων |
| αιτιατική | τάστο | τάστα |
| κλητική | τάστο | τάστα |
Ετυμολογία [
]
Ουσιαστικό [
]
τάστο ουδέτερο
- καθένα από τα παράλληλα, συνήθως μεταλλικά, χωρίσματα που βρίσκονται σε πολλά έγχορδα μουσικά όργανα και χρησιμοποιούνται για να μεταβάλλουν το μήκος του παλλόμενου τμήματος της χορδής και άρα τη νότα