τάστο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τάστο τάστα
γενική τάστου τάστων
αιτιατική τάστο τάστα
κλητική τάστο τάστα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τάστο < ιταλική tasto

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τάστο ουδέτερο

  1. καθένα από τα παράλληλα, συνήθως μεταλλικά, χωρίσματα που βρίσκονται σε πολλά έγχορδα μουσικά όργανα και χρησιμοποιούνται για να μεταβάλλουν το μήκος του παλλόμενου τμήματος της χορδής και άρα τη νότα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]