τέκνο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : τεκνό

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τέκνο τέκνα
γενική τέκνου τέκνων
αιτιατική τέκνο τέκνα
κλητική τέκνο τέκνα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

  1. τέκνο < αρχαία ελληνική τέκνον < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *tek-
  2. τέκνο < αγγλική techno < technology < αρχαία ελληνική τεχνολογία (αντιδάνειο) < τέχνη + -λογία

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈtɛk.nɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό 1[]

τέκνο ουδέτερο

(λόγιο)
  1. παιδί
  2. (μεταφορικά) δημιούργημα
  3. δήλωση ότι κάποιος κατάγεται από κάποιον τόπο
    Η Σίφνος τιμά το τέκνο της, Νικόλαο Τσελεμεντέ. (*)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Εκφράσεις[]

  • αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα: τα σφάλματα των προγόνων ή των προηγουμένων βασανίζουν τους επιγόνους ή τους επόμενους
  • κι εσύ, τέκνον Βρούτε; για προδοτική συμπεριφορά φίλου ή συνεργάτη

Open book 01.svg Ουσιαστικό 2[]

τέκνο ουδέτερο άκλιτο

  • (μουσική) είδος ηλεκτρονικής χορευτικής μουσικής
    Από το 1989 όπου έκαναν την εμφάνισή τους τα πρώτα αυτοσχέδια πάρτι με μουσική τέκνο, τρανς, χάουζ κύλησε πολύς ιδρώτας στα νεανικά σώματα, που χορεύουν σαν τρελά μέσα σε «φλασιές» των φώτων, ασταμάτητα μπιτ και γουργουριστούς ρυθμούς της μουσικής. (*)

32πχ Μεταφράσεις[]