τέκνο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | τέκνο | τέκνα |
| γενική | τέκνου | τέκνων |
| αιτιατική | τέκνο | τέκνα |
| κλητική | τέκνο | τέκνα |
[
]
Ετυμολογία
- τέκνο < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
τέκνο ουδέτερο