τέλμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- τέλμα < αρχαία ελληνική τέλμα
Ουσιαστικό
τέλμα ουδέτερο
- έκταση με λιμνάζοντα νερά, βάλτος, έλος
- στα ανατολικά του φράγματος υπάρχει ένα μικρό τέλμα, εποχιακής πλήρωσης με νερό των βροχών
- κατάσταση που δεν προχωράει, δεν αλλάζει, που χαρακτηρίζεται από ακινησία ή αδράνεια
- μετά την αποτυχία του στις εξετάσεις έχει βυθσιστεί σε ένα τέλμα