τέχνασμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | τέχνασμα | τεχνάσματα |
| γενική | τεχνάσματος | τεχνασμάτων |
| αιτιατική | τέχνασμα | τεχνάσματα |
| κλητική | τέχνασμα | τεχνάσματα |
Ετυμολογία [
]
- τέχνασμα < αρχαία ελληνική τέχνασμα
Ουσιαστικό [
]
τέχνασμα ουδέτερο
Μεταφράσεις [
]
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
| Πτώση | Ενικός | Δυικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τέχνασμα | τεχνάσματε | τεχνάσματα |
| Γενική | τεχνάσματος | τεχνασμάτοιν | τεχνασμάτων |
| Δοτική | τεχνάσματι | τεχνασμάτοιν | τεχνάσμασι |
| Αιτιατική | τέχνασμα | τεχνάσματε | τεχνάσματα |
| Κλητική | τέχνασμα | τεχνάσματε | τεχνάσματα |
Ετυμολογία [
]
- τέχνασμα < τεχνάζω
Ουσιαστικό [
]
τέχνασμα ουδέτερο