τέχνη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τέχνη τέχνες
γενική τέχνης τεχνών
αιτιατική τέχνη τέχνες
κλητική τέχνη τέχνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τέχνη < αρχαία ελληνική τέχνη < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *teḱs-

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈtɛ.xni/
Audio 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τέχνη θηλυκό

  1. ανθρώπινη δραστηριότητα που οδηγεί στην παραγωγή έργων αισθητικά άρτιων
    η γλυπτική ανήκει στις καλές τέχνες
  2. επάγγελμα ή άλλη ενασχόληση που απαιτεί επιδεξιότητα στην εκτέλεση μιας εργασίας
    η τέχνη του ξυλουργού
    η στρατηγική τέχνη
  3. η τεχνική επιδεξιότητα στην εκτέλεση μιας εργασίας
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: μαστοριά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική τέχνη τέχνα τέχναι
Γενική τέχνης τέχναιν τεχνῶν
Δοτική τέχν τέχναιν τέχναις
Αιτιατική τέχνην τέχνα τέχνας
Κλητική τέχνη τέχνα τέχναι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τέχνη < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *teḱs- Συγγενές με τα τίκτω, τέκτων κ.ά.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /té.kʰnɛː/ (αρχαία ελληνικά)
ΔΦΑ : /ˈte.xni/ (ελληνιστική κοινή )
ΔΦΑ : /ˈte.xni/ (μεσαιωνική ελληνική)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τέχνη θηλυκό

  1. τέχνη
  2. ικανότητα, επιδεξιότητα
  3. τρόπος, μέθοδος, σύστημα
  4. πονηριά, πανουργία
  5. τέχνημα, καλλιτέχνημα
  6. συντεχνία
  7. πραγματεία, διατριβή

Εκφράσεις[]