τέχνη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τέχνη | τέχνες |
| Γενική | τέχνης | τεχνών |
| Αιτιατική | τέχνη | τέχνες |
| Κλητική | τέχνη | τέχνες |
Ετυμολογία
από το ρήμα των αρχαίων ελληνικών "τίκτω" που σημαίνει "γεννώ".
- τέχνη < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Προφορά
Ουσιαστικό
τέχνη θηλυκό
- Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης. (Προσθέστε τον/τους!)