τέχνημα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τέχνημα τεχνήματα
γενική τεχνήματος τεχνημάτων
αιτιατική τέχνημα τεχνήματα
κλητική τέχνημα τεχνήματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τέχνημα < αρχαία ελληνική τέχνημα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τέχνημα ουδέτερο

  1. καθετί που γίνεται με τέχνη

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική τέχνημα τεχνήματε τεχνήματα
Γενική τεχνήματος τεχνημάτοιν τεχνημάτων
Δοτική τεχνήματι τεχνημάτοιν τεχνήμασι
Αιτιατική τέχνημα τεχνήματε τεχνήματα
Κλητική τέχνημα τεχνήματε τεχνήματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τέχνημα < τεχνῶμαι < τέχνη < τίκτω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τέχνημα ουδέτερο

  1. καθετί που γίνεται με τέχνη
  2. έργο τέχνης
  3. δόλος, πανουργία, τέχνασμα
  4. επινόηση, εφεύρεση

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]