τήκω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τήκω < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

τήκω

  1. λείωνω κάτι, λιώνω, ρευστοποιώ, "χωνεύω" ή εκκαμινεύω επί μετάλλων,


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]