τίμημα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τίμημα τιμήματα
γενική τιμήματος τιμημάτων
αιτιατική τίμημα τιμήματα
κλητική τίμημα τιμήματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τίμημα < αρχαία ελληνική τίμημα < τιμώμαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τίμημα ουδέτερο

  1. το χρηματικό ποσό που καταβάλλει κάποιος για να αγοράσει ή να κατασκευάσει κάτι, το κόστος, η τιμή
    ΔΕΗ: Εως 43,4 εκατ. ευρώ το τίμημα για τα έξι αιολικά πάρκα (Εφημερίδα ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ, 7 Σεπτεμβρίου 2010)
  2. (μεταφορικά) οτιδήποτε πρέπει να προσφέρει κάποιος για να αποκτήσει ένα αγαθό, οι προσωπικές θυσίες που πρέπει να υποστεί, το κόστος
    αφιέρωσε όλη του τη ζωή στην επιστήμη με τίμημα την απομάκρυνση από τις χαρές της κοινωνικής ζωής


32πχ Μεταφράσεις[]