ταινία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ταινία | ταινίες |
| γενική | ταινίας | ταινιών |
| αιτιατική | ταινία | ταινίες |
| κλητική | ταινία | ταινίες |
[
]
Ετυμολογία
- ταινία < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
ταινία θηλυκό
- στενή λωρίδα από ύφασμα ή άλλο υλικό που μπορεί και να τυλιχτεί σε ρολό
- μονωτική ταινία: αυτοκόλλητη ταινία που χρησιμοποιείται για να απομονωθούν ηλεκτρικά καλώδια
- κινηματογραφικό έργο
- παρασιτικός οργανισμός που προσβάλλει τα έντερα του ανθρώπου και άλλων ζώων
[
]
Μεταφράσεις
στενή λωρίδα υφάσματος ή άλλου υλικού
μονωτική ταινία