ταιριάζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- ταιριάζω < μεσαιωνική ελληνική ταιριάζω < ταῖριν < *ἑταίρ-ιον, υποκοριστικό του αρχαίου ἑταῖρος
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /tɛ.ˈɾʝia.zɔ/
Ρήμα [
]
ταιριάζω
- (μεταβατικό) συνδέω δύο πράγματα σε ζευγάρι
- (μεταβατικό) προσπαθώ να δημιουργήσω ένα αρμονικό συνδυασμό
- (αμετάβατο) είμαι σε συμφωνία ή σε αρμονία με κάποιον ή κάτι
- (αμετάβατο) έχω το σχήμα που αντιστοιχεί σε κάτι
- (αμετάβατο) ζω αρμονικά με κάποιον
- (απρόσωπο) ταιριάζει : αρμόζει, πρέπει
Εκφράσεις [
]
- αν δεν ταιριάζαμε, δε θα συμπεθεριάζαμε : οι κοινωνικές σχέσεις και συναναστροφές εξαρτώνται από το πόσο καλά συμφωνούν οι άνθρωποι μεταξύ τους
- ταιριάζουν τα χνότα μας : έχομε τις ίδιες συνήθειες, απόψεις κλπ.