ταμίας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ταμίας ταμίες
γενική ταμία ταμιών
αιτιατική ταμία ταμίες
κλητική ταμία ταμίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ταμίας < θέμα ταμ- του ρήματος τέμνω
Η αρχική σημασία ήταν «αυτός που κόβει (τέμνει) και μοιράζει» και χρησιμοποιήθηκε για το Δία, τους βασιλιάδες, τους αξιωματούχους που μοίραζαν τροφή.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ta.ˈmi.as/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ταμίας αρσενικό ή θηλυκό

  • το πρόσωπο που κρατά ή διεύθυνει το ταμείο, διενεργώντας εισπράξεις και πληρωμές
  • ο έμμισθος υπάλληλος που ασχολείται με την οικονομική διαχείριση μιας εταιρείας, ενός οργανισμού, ενός ιδρύματος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]