ταμίας
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ταμίας | ταμίες |
| γενική | ταμία | ταμιών |
| αιτιατική | ταμία | ταμίες |
| κλητική | ταμία | ταμίες |
[
]
Ετυμολογία
- ταμίας < θέμα ταμ- του ρήματος τέμνω
- Η αρχική σημασία ήταν «αυτός που κόβει (τέμνει) και μοιράζει» και χρησιμοποιήθηκε για το Δία, τους βασιλιάδες, τους αξιωματούχους που μοίραζαν τροφή.
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
ταμίας αρσενικό ή θηλυκό
- το πρόσωπο που κρατά ή διεύθυνει το ταμείο, διενεργώντας εισπράξεις και πληρωμές
- ο έμμισθος υπάλληλος που ασχολείται με την οικονομική διαχείριση μιας εταιρείας, ενός οργανισμού, ενός ιδρύματος