ταξίαρχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ταξίαρχος ταξίαρχοι
γενική ταξιάρχου
ή ταξίαρχου
ταξιάρχων
ή ταξίαρχων
αιτιατική ταξίαρχο ταξιάρχους
ή ταξίαρχους
κλητική ταξίαρχε ταξίαρχοι

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ταξίαρχος < τάξη (< τάξις) + άρχω.

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

Διακριτικό ταξίαρχου.

ταξίαρχος αρσενικό

  1. ανώτατος αξιωματικός του στρατού ξηράς με βαθμό ανώτερο του συνταγματάρχη και κατώτερο του υποστράτηγου. Συντομογραφία: τξχος ή ταξχος.
  2. ανώτατος αξιωματικός της πολεμικής αεροπορίας με βαθμό ανώτερο του σμηνάρχου και κατώτερο του υποπτεράρχου. Συντομογραφία: τξχος ή ταξχος.
  3. ανώτατος αξιωματικός της αστυνομίας με βαθμό ανώτερο του αστυνομικού διευθυντή και κατώτερο του υποστράτηγου αστυνομίας. Συντομογραφία: τξχος ή ταξχος.

[] Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες