ταχεία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ταχεία ταχείες
γενική ταχείας ταχειών
αιτιατική ταχεία ταχείες
κλητική ταχεία ταχείες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ταχεία < ουσιαστικοποίηση και απλοποίηση του όρου ταχεία αμαξοστοιχία < μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική train rapide ή την γερμανική Schnellzug

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ταχεία θηλυκό

  1. το δρομολόγιο και το τρένο κατά τη διαδρομή του οποίου δεν γίνεται στάση σε όλους τους σταθμούς με αποτέλεσμα να φτάνει γρηγορότερα στους επιμέρους προορισμούς του

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]