ταχυδρομείο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ταχυδρομείο | ταχυδρομεία |
| γενική | ταχυδρομείου | ταχυδρομείων |
| αιτιατική | ταχυδρομείο | ταχυδρομεία |
| κλητική | ταχυδρομείο | ταχυδρομεία |
[
]
Ετυμολογία
- ταχυδρομείο < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
ταχυδρομείο ουδέτερο
- (και στον πληθυντικό) η υπηρεσία που παραλαμβάνει, μεταφέρει και παραδίδει επιστολές και δέματα
- το κτήριο που στεγάζει αυτήν την υπηρεσία