τεκμήριο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τεκμήριο τεκμήρια
γενική τεκμηρίου τεκμηρίων
αιτιατική τεκμήριο τεκμήρια
κλητική τεκμήριο τεκμήρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τεκμήριο < αρχαία ελληνική τεκμήριον < τεκμαίρομαι < τέκμαρ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τεκμήριο ουδέτερο

  1. συμπέρασμα βάσει αποδεικτικών στοιχείων
  2. αποδεικτικό στοιχείο, πειστήριο
  3. ψηφιακό ηλεκτρονικό αρχείο που περιλαμβάνει δεδομένα (όπως κείμενο, εικόνες, ήχους), με ή χωρίς το υλικό μέσο στο οποίο το αρχείο αυτό έχει αποθηκευτεί (δίσκος, δισκέτα, CD, DVD)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]