τεκμηριώνω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- τεκμηριώνω < αρχαία ελληνική τεκμηρι(ῶ) + -ώνω
[
]
Ρήμα
τεκμηριώνω, παρατ.: τεκμηρίωνα, στιγμ. μέλλ.: θα τεκμηριώσω, αόρ.: τεκμηρίωσα , παθ.φωνή: τεκμηριώνομαι , μτχ.π.π.: τεκμηριωμένος
- προσφέρω τεκμήρια για μία άποψη, θέση ή ισχυρισμό μου, αποδεικνύω του λόγου το αληθές με ντοκουμέντα, με αδιάσειστα στοιχεία