τερατώδης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική τερατώδης τερατώδης τερατώδες
γενική τερατώδους τερατώδους τερατώδους
αιτιατική τερατώδη τερατώδη τερατώδες
κλητική τερατώδη(ς) τερατώδης τερατώδες
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τερατώδεις τερατώδεις τερατώδη
γενική τερατωδών τερατωδών τερατωδών
αιτιατική τερατώδεις τερατώδεις τερατώδη
κλητική τερατώδεις τερατώδεις τερατώδη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τερατώδης < τερατ- (< τέρας) + -ώδης

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /tɛ.ɾa.ˈtɔ.ðis/ αρσενικό ή θηλυκό
ΔΦΑ : /tɛ.ɾa.ˈtɔ.ðɛs/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[]

τερατώδης, -ης, -ες

  1. που έχει μη αρμονική και υπερφυσική διάπλαση, που μοιάζει με τέρας
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: τερατοειδής
    έχει τερατώδες μέγεθος
  2. (μεταφορικά) ο αντίθετος με την αλήθεια
    τερατώδεις συκοφαντίες
  3. (μεταφορικά) που αντιτίθεται στην ηθική
    τερατώδης συμπεριφορά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]