τετράγωνο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | τετράγωνο | τετράγωνα |
| γενική | τετραγώνου | τετραγώνων |
| αιτιατική | τετράγωνο | τετράγωνα |
| κλητική | τετράγωνο | τετράγωνα |
[
]
Ετυμολογία
- τετράγωνο < τετράγωνος
[
]
Ουσιαστικό
τετράγωνο ουδέτερο
- (μαθηματικά) παραλληλόγραμμο που είναι ορθογώνιο και ρόμβος, έχει δηλαδή τέσσερις ίσες πλευρές και τέσσερις ορθές γωνίες
- (μαθηματικά) η δεύτερη δύναμη
- δύο εις το τετράγωνο μας κάνει τέσσερα (22=4)
- (μαθηματικά) ο αριθμός που προκύπτει από την ύψωση ενός άλλου αριθμού στη δεύτερη δύναμη
- το 4 είναι το τετράγωνο του 2
- το τμήμα μιας περιοχής που σχηματίζεται από τέσσερις δρόμους χωρίς άλλο δρόμο να το διαπερνά
- το μαγαζί είναι μόλις δύο τετράγωνα απ' το σπίτι μας