τεχνητός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | τεχνητός | τεχνητή | τεχνητό |
| γενική | τεχνητού | τεχνητής | τεχνητού |
| αιτιατική | τεχνητό | τεχνητή | τεχνητό |
| κλητική | τεχνητέ | τεχνητή | τεχνητό |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | τεχνητοί | τεχνητές | τεχνητά |
| γενική | τεχνητών | τεχνητών | τεχνητών |
| αιτιατική | τεχνητούς | τεχνητές | τεχνητά |
| κλητική | τεχνητοί | τεχνητές | τεχνητά |
Ετυμολογία [
]
- τεχνητός < αρχαία ελληνική τεχνητός
Επίθετο [
]
τεχνητός, -ή, -ό
- που είναι κατασκευασμένος με τεχνικά μέσα και μοιάζει στη λειτουργία με κάτι φυσικό
- τεχνητός δορυφόρος
- μονάδα τεχνητού νεφρού
Μεταφράσεις [
]
τεχνητός