τεχνητός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός
ονομαστική τεχνητός τεχνητή τεχνητό
γενική τεχνητού τεχνητής τεχνητού
αιτιατική τεχνητό τεχνητή τεχνητό
κλητική τεχνητέ τεχνητή τεχνητό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τεχνητοί τεχνητές τεχνητά
γενική τεχνητών τεχνητών τεχνητών
αιτιατική τεχνητούς τεχνητές τεχνητά
κλητική τεχνητοί τεχνητές τεχνητά

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

τεχνητός < αρχαία ελληνική τεχνητός

[] Open book 01.svg Επίθετο

τεχνητός, -ή, -ό

  • που είναι κατασκευασμένος με τεχνικά μέσα και μοιάζει στη λειτουργία με κάτι φυσικό
τεχνητός δορυφόρος
μονάδα τεχνητού νεφρού


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες