τεχνικός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Επίθετο
τεχνικός, -ή, -ό
- σχετικός με μία (εφαρμοσμένη) τέχνη
- τεχνική επιδεξιότητα
- τεχνικό εγχειρίδιο
- τεχνικό σχολείο
[
]
[
]
Μεταφράσεις
[
]
Ουσιαστικό
τεχνικός αρσενικό
- άτομο ειδικό στις πρακτικές εφαρμογές μιας επιστήμης
- τεχνίτης
[
]
Μεταφράσεις
τεχνικός