τζιν
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- τζιν < αγγλική gin
Ουσιαστικό [
]
τζιν ουδέτερο άκλιτο
Μεταφράσεις [
]
τζιν
Ετυμολογία [
]
- τζιν < αγγλική jean
Ουσιαστικό [
]
τζιν ουδέτερο άκλιτο
Επίθετο [
]
τζιν άκλιτο
- που είναι φτιαγμένο από αυτό το είδος βαμβακερού υφάσματος
- ένα τζιν πουκάμισο