τζουτζές
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | τζουτζές | τζουτζέδες |
| γενική | τζουτζέ | τζουτζέδων |
| αιτιατική | τζουτζέ | τζουτζέδες |
| κλητική | τζουτζέ | τζουτζέδες |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό
τζουτζές αρσενικό
- γελωτοποιός
- (συνεκδοχικά) άνθρωπος που δεν είναι σοβαρός, ο γελοίος
- μ' έχει βάλει στο μάτι αυτός ο τζουτζές στη γραμματεία
[
]
Μεταφράσεις
τζουτζές