τηλεόραση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | τηλεόραση | τηλεοράσεις |
| γενική | τηλεόρασης | τηλεοράσεων |
| τηλεοράσεως | ||
| αιτιατική | τηλεόραση | τηλεοράσεις |
| κλητική | τηλεόραση | τηλεοράσεις |
Ετυμολογία
- τηλεόραση < μεταφραστικό δάνειο από τα γαλλικά, télévision < télé- (< τηλε-) + vision (όραση)
Προφορά
- ΔΦΑ : /ti.lɛ.ˈɔ.ɾa.si/
Ουσιαστικό
τηλεόραση θηλυκό
- η τεχνολογία και το σύνολο των υποδομών που επιτρέπουν την ασύρματη εκπομπή κινούμενων εικόνων και ήχου και την λήψη και αναπαραγωγή τους από κατάλληλους δέκτες
- ένας ή περισσότεροι τηλεοπτικοί σταθμοί
- η κρατική τηλεόραση // δουλεύει στην τηλεόραση ως τεχνικός
- η ηλεκτρονική συσκευή που περιλαμβάνει τον δέκτη του τηλεοπτικού σήματος και την οθόνη για την αναπαραγωγή των εικόνων
- αγοράσαμε καινούρια τηλεόραση 32 ιντσών
- οι τηλεοπτικές εκπομπές
- τα παιδιά καλό είναι να μην παρακολουθούν τηλεόραση πάνω από μία ώρα