τιμωρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τιμωρός τιμωροί
γενική τιμωρού τιμωρών
αιτιατική τιμωρό τιμωρούς
κλητική τιμωρέ τιμωροί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τιμωρός < αρχαία ελληνική τιμωρός < τιμή + ὁράω, αυτός που αποκαθιστά /φρουρεί την τιμή, ο εκδικητής

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ti.mɔ.ˈɾɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τιμωρός αρσενικό ή θηλυκό

  1. αυτός που τιμωρεί

32πχ Μεταφράσεις[]