τοκογλυφία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τοκογλυφία τοκογλυφίες
γενική τοκογλυφίας τοκογλυφιών
αιτιατική τοκογλυφία τοκογλυφίες
κλητική τοκογλυφία τοκογλυφίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τοκογλυφία < τοκογλύφος + -ία < ελληνιστική κοινή τοκογλύφος < τόκος + γλύφω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τοκογλυφία θηλυκό

  • ο δανεισμός χρημάτων με επιτόκιο υψηλότερο του νόμιμου
    • Πολυμελές κύκλωμα, που αποτελούνταν από τέσσερις ομάδες, και δραστηριοποιούνταν τα τελευταία επτά χρόνια σε τοκογλυφίες, εκβιασμούς, ξέπλυμα μαύρου χρήματος και άλλα αδικήματα στην Κέρκυρα και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας εξαρθρώθηκε από την Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Κέρκυρας. (*)
    • Ο εισαγγελέας Εφετών πρότεινε την ενοχή του φερόμενου ως αρχηγού για 9 περιπτώσεις τοκογλυφίας, τέσσερις εκβιάσεις, νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, οπλοφορία και οπλοκατοχή, την αθώωσή του για τη «συγκρότηση» και «διεύθυνση» εγκληματικής οργάνωσης, για δύο τοκογλυφίες και δύο απόπειρες εκβίασης. (*)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]