τοκογλύφος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | τοκογλύφος | τοκογλύφοι |
| γενική | τοκογλύφου | τοκογλύφων |
| αιτιατική | τοκογλύφο | τοκογλύφους |
| κλητική | τοκογλύφε | τοκογλύφοι |
[
]
Ετυμολογία
- τοκογλύφος < → Η ετυμολογία λείπει.
Από το τόκος που σημαίνει παραγωγή κέρδους από χρήμα και το γλύφω που σημαίνει στα αρχαία σμιλεύω επεξεργάζομαι την πέτρα ή το μάρμαρο
[
]
Ουσιαστικό
τοκογλύφος αρσενικό ή θηλυκό
- κάποιος που κατ' επάγγελμα δανείζει παρανόμως χρήματα με πολύ υψηλό τόκο