τολμώ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- τολμώ < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ρήμα
τολμώ
- ενεργώ χωρίς φόβο, χωρίς δισταγμούς, κάνω κάτι με τόλμη
- κανείς δεν τολμά να του πει την αλήθεια
- κάνω ή λέω κάτι με θράσος, ξεπερνάω τα όρια
- πώς τολμάς και μιλάς έτσι στους γονείς σου;