τονίζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- τονίζω < ελληνιστική κοινή τονίζω < αρχαία ελληνική τόνος
Προφορά [
]
Ρήμα [
]
τονίζω
- (γλωσσολογία) βάζω τον τόνο σε μια λέξη
- προφέρω μια λέξη ή μια συλλαβή με ιδιαίτερη ένταση
- λέω κάτι με έμφαση, υπογραμμίζω
- ο ομιλητής τόνισε την ανάγκη να ληφθούν πρόσθετα μέτρα
- σας τονίζω ότι η συμπεριφορά σας δεν είναι πρέπουσα
- κάνω κάτι να φαίνεται ή να ξεχωρίζει καλύτερα
[
]
Μεταφράσεις [
]
τονίζω