τοποθετώ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /tɔ.pɔ.θɛ.ˈtɔ/
[
]
Ρήμα
τοποθετώ, παρατ.: τοποθετούσα, στιγμ. μέλλ.: θα τοπθετήσω, αόρ.: τοποθέτησα , παθ.φωνή: τοποθετούμαι , μτχ.π.π.: τοποθετημένος
- βάζω κάποιον ή κάτι σε κατάλληλη θέση
- Πού πρέπει να τοποθετήσω αυτό το βιβλίο;
- προδιορίζω κάτι στο χώρο και το χρόνο με βάση κάποια στοιχεία
- οι αρχαιολόγοι τοποθετούν τον αρχαίο οικισμό στα βόρεια της σημερινής πόλης
- για έργα δημιουργικής φαντασίας
- ο συγγραφέας τοποθετεί τους ήρωές του στην Αθήνα του μεσοπολέμου
- διορίζω, ορίζω κάποιον σε θέση ή αξίωμα
- ο υπουργός τοποθέτησε στη θέση του γενικού γραμματέα του υπουργείου τον κύριο τάδε
- (για χρήματα) επενδύω
- τοποθέτησε όλα του τα χρήματα σε μετοχές υψηλού ρίσκου
- κατατάσσω/εντάσσω κάποιον ή κάτι σε μια κατηγορία
- συνηθίζεται να τοποθετούμε τον Τέλλο Άγρα στους νεορομαντικούς ποιητές του μεσοπολέμου