τοποτηρητής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τοποτηρητής τοποτηρητές
γενική τοποτηρητή τοποτηρητών
αιτιατική τοποτηρητή τοποτηρητές
κλητική τοποτηρητή τοποτηρητές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τοποτηρητής < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τοποτηρητής αρσενικό

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.


32πχ Μεταφράσεις[]